Η εκκλησιαστική παράδοση αναγνωρίζει ως έσχατον κριτή επί θεμάτων πίστεως την συνείδηση του πληρώματος της Εκκλησίας.

Παρασκευή 17 Ιουνίου 2016

Αρχιμ. Παΐσιος Παπαδόπουλος: Θεέ μου φύλαξε την Εκκλησία Σου από τούτη την Σύνοδο (17 Ιουνίου 2016)

Ὄντως σὲ μία κλωστή κρέμεται ἡ σύγκληση τῆς Ἁγίας Μεγάλης Συνόδου -ὅπως θέλουν νὰ τὴν ὀνομάζουν, ἴσως γιὰ νὰ τῆς δώσουν κῦρος Οἰκουμενικῆς- λίγο πρὶν ἀπὸ τὴν ἔναρξη τῶν ἐργασιῶν της, τὴν ἑβδομάδα μετὰ τὴν Πεντηκοστή στὸ Κολυμβάρι Χανίων τῆς Κρήτης, διότι θέτει σὲ κρίση τὶς συνειδήσεις τῶν πιστῶν ὅσων, βέβαια, ἔχουν ἐνημερωθεῖ γιὰ τὸ τί πραγματικὰ συμβαίνει. Ξαφνικά, σοβαρὰ προβλήματα προκύπτουν μὲ ἀφορμὴ τὶς ἀντιρρήσεις ποὺ ἐκφράζουν καθημερινὰ ὀρθόδοξα Πατριαρχεία καὶ Ἐκκλησίες. 

Πληροφορούμαστε ὅτι δὲν θὰ συμμετάσχουν οἱ Ἐκκλησίες τῆς Βουλγαρίας, τῆς Ρωσίας, τῆς Ἀντιοχείας καὶ μέχρι τὴν ἔναρξη τῆς Συνόδου, ἴσως κι ἄλλα Πατριαρχεία. Τὰ πράγματα δὲν εἶναι τόσο ἁπλὰ, οὔτε καὶ ἀπέχουν οἱ Ἐκκλησίες αὐτὲς γιὰ διπλωματικοὺς λόγους. Στὴν πραγματικότητα ὁ τρόπος σύγκλησης τῆς Συνόδου, ἡ θεματολογία της καὶ τὸ κομμάτιασμα τῶν τοπικῶν Ἐκκλησιῶν μὲ ἐπιλεκτικὴ ἀντιπροσώπευση δημιουργοῦν σοβαρὰ προβλήματα. Τὸ Ἅγιον Ὄρος πραγματικὰ εἶναι ἀνάστατο καὶ ἂν δὲν σήμαινε πνευματικὸ συναγερμὸ μαζὶ μὲ ἄλλες Ἱερὲς μονές, πατέρες καὶ ἀδελφότητες, ὥστε νὰ ὑπάρξει ἀντίδραση καὶ προσευχὴ γιὰ ὅσα τεκταίνονται, δὲν θὰ γινόταν τίποτε καὶ θὰ μᾶς πήγαιναν ἀσκαρδαμυκτὶ στὸ φάρυγγα τοῦ Πάπα. Τότε θὰ βλέπαμε «τί γνώσιν ἔχουν οἱ φύλακες»!


Ἡ Ἑλλαδικὴ Ἐκκλησία, βέβαια, ἐξέδωσε ἐγκύκλιο γιὰ τὴ σημασία αὐτοῦ τοῦ “θρησκευτικοῦ γεγονότος”, ἡ ὁποία διαβάστηκε στοὺς ἱεροὺς ναοὺς τῆς χώρας, ἀλλὰ ἐπειδὴ ἦταν “ἤξεις ἀφήξεις” (διφορούμενη ὑπεκφυγή) ἀπὸ ὅ,τι φάνηκε οἱ πιστοὶ δὲν κατάλαβαν καὶ πολλὰ πράγματα, διότι, κατὰ κανόνα, δὲν ὑπῆρξε στὶς περισσότερες ἐνορίες προηγούμενη ἐνημέρωση, ἐκτός κάποιων ἐξαιρέσεων, ὅπου διακεκριμένοι ἐπίσκοποι καὶ ζηλωτὲς ἱερεῖς, ἀκόμη καὶ λαϊκοί, μπῆκαν στὴν περιπέτεια νὰ ἐνημερώσουν τοὺς πιστοὺς μὲ ὅποιο τὸ τίμημα. Ἡ παρουσίαση τοῦ ὅλου θέματος, ὅπως ἔγινε μὲ τὴν σχετικὴ ἐγκύκλιο, δὲν εἶχε τὸ χαρακτῆρα τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ ποὺ ξεκαθαρίζει τὰ πράγματα ἐκεῖ ποὺ ὑπάρχει πλάνη καὶ αἴρεση. Μᾶς θύμισε τὸ “οἶδά σου τὰ ἔργα, ὅτι οὔτε ψυχρὸς εἶ οὔτε ζεστός· ὄφελον ψυχρὸς ἦς ἢ ζεστός.  οὕτως ὅτι χλιαρὸς εἶ, καὶ οὔτε ζεστὸς οὔτε ψυχρός, μέλλω σε ἐμέσαι ἐκ τοῦ στόματός μου”. Δυστυχῶς δὲν τέθηκε τὸ θέμα ὅπως ἔπρεπε καὶ μὲ εἰλικρίνεια ἐνώπιον τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ, γιὰ νὰ συνειδητοποιήσει τὴν κρισιμότητα τοῦ ζητήματος.

Ἡ Ἐκκλησία καθ’ ὅλη τὴν διάρκεια τῆς ἰστορικῆς της παρουσίας καὶ δράσεως, ὡς Σῶμα Χριστοῦ, πολεμήθηκε βάναυσα. Διώχθηκε ἀπὸ τοὺς χριστιανομάχους αὐτοκράτορες τοῦ εἰδωλολατρικοῦ κόσμου, ποὺ ἀπὸ τότε μέχρι καὶ σήμερα, μαζὶ μὲ τὰ ἄθεα καὶ ἀντίχριστα πρόσωπα καὶ συστήματα, ἰδεολογίες καὶ κινήματα, καθὼς καὶ μὲ τὴν Μασονία, τὴν Νέα Ἐποχὴ καὶ τὸν Σιωνισμὸ συνιστοῦν ἰδιαίτερα στὶς μέρες μας τὸν ἐξωτερικὸ πειρασμό της. Δοκιμάσθηκε ὅμως σκληρὰ καὶ ἀπὸ τὴν δαιμονικὴ μέθοδο τῆς νοθείας στὴν πίστη, ὅσον ἀφορᾶ τὸ δόγμα. Αὐτὸς ὁ ἐσωτερικός της πειρασμὸς ὑπῆρξε ἡ πιὸ ὕπουλη ἐπίθεση τοῦ σατανᾶ καὶ ταλάνισε τὴν Ἐκκλησία περισσότερο. Τοῦτο, διότι ἡ αἵρεση ξεπήδησε ἀπὸ μέλη τῆς Ἐκκλησίας ποὺ ἦταν κληρικοί καὶ ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἐπίσκοποι. Χρειάζεται ἄραγε νὰ ἀπαριθμήσουμε τοὺς αἱρεσιάρχες, ἐκ τῶν ὁποίων οἱ περισσότεροι ἦταν πατριάρχες καὶ ἀρχιεπίσκοποι; Αὐτὰ εἶναι γνωστὰ σὲ ὅσους μελετοῦν ἀκόμη ἐκκλησιαστικὴ ἱστορία!

Ὀδύνη κατακλύζει τὴν ψυχή μας, ὅταν βλέπουμε νὰ συνεχίζεται καὶ στὸν καιρό μας μέσα στοὺς κόλπους τῆς Ἐκκλησίας ἡ παρουσίαση τῆς πλάνης, συγκεκριμένα τῆς αἱρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ὡς κίνηση γιὰ ἑνότητα τῶν «Ἐκκλησιῶν» καὶ ἀγάπη τάχα. Ἀναρωτιόμαστε, προηγήθηκε “intercommunio” (διακοινωνία μεταξύ ὀρθοδοξίας καὶ αἵρεσης); Διότι ἐμεὶς γνωρίζουμε ὅτι οἱ ἅγιοι Πατέρες καταδίκασαν τοὺς Πάπες τῆς Ρώμης σὲ ἀκοινωνησία. Πότε; Πρῶτα, ἐπὶ Φωτίου, τὸ 879 μὲ συνοδικὴ ἀπόφαση τέτοιου κύρους, ὥστε ἀκόμη καὶ σήμερα νὰ τὴν χαρακτηρίζουν διακεκριμένοι ἐκκλησιαστικοὶ συγγραφεῖς ὡς 8η Οἰκουμενική. Τί λέγει ὁ Φώτιος; «Ποιός δὲν θὰ κλείσει τὰ αὐτιά του στὸ ἄκουσμα τῆς ὑπερβολικής αὐτῆς βλασφημίας (τοῦ filioque), ἠ ὁποία ἐναντιώνεται στὰ Εὐαγγέλια, ἀντιτάσσεται στὶς ἅγιες Συνόδους, ἀπορρίπτει τοὺς μακαρίους καὶ ἁγίους Πατέρες… Ἐναντίον ὅλων μαζὶ τῶν προφητῶν, ἀποστόλων, ἱεραρχῶν, μαρτύρων καὶ αὐτῶν τῶν ἰδίων τῶν Δεσποτικῶν λόγων ἡ βλάσφημη αὐτὴ καὶ θεομάχος φωνὴ ἐξοπλίζεται… αὐτοὺς τοὺς ἀπατεῶνες καὶ θεομάχους καταδικάσαμε μὲ συνοδικὴ καὶ θεία ψῆφο». Μήπως, ὅμως, συνοδικὰ μόνο τότε καταδικάσθηκε ὁ Παπισμός; Δὲν ἔχουμε ἐπίσης μιὰ σειρὰ ἀπὸ Συνόδους, τὸ 1341, τὸ 1347, τὸ 1351 καὶ τὸ 1368 στὶς ὁποῖες ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς ἐργάσθηκε, ὥστε θεολογικὰ νὰ ἀντιμετωπιστεῖ ἡ ἀκόμη μεγαλύτερη κακοδοξία τοῦ Παπισμοῦ, ὅτι ὁ Θεός εἶναι σὲ ὅλα ἀμέθεκτος; Μόνον αὐτά; Δὲν ἔχουμε τὴν Ἐγκύκλιο Ἐπιστολὴ τῶν τεσσάρων πατριαρχῶν τοῦ 1838 ποὺ διακηρύχθηκε ἀπὸ τὸν Οἰκουμενικὸ πατριάρχη Γρηγόριο τὸν Στ΄; Δὲν ἔχουμε τὸ 1895 ἀπάντηση τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου πρὸς τὴν Παπικὴ Ἐγκύκλιο περὶ ἑνώσεως; Λησμόνησα ὅμως τὶς Συνόδους τοῦ 1170 ἀλλὰ καὶ τοῦ 1722 στὴν Κωνσταντινούπολη. Χρειάζεται ἄραγε νὰ σημειώσω καὶ ἄλλες τοπικὲς συνόδους, ὅπως τῶν ἐτῶν: 1089, 1233, 1273, 1274, 1282, 1285, 1441, 1443, 1484,1642, 1672, 1727, 1755, 1948;

 Πέρα ἀπὸ αὐτὸ, ἡ αἵρεση δὲν ἦταν εὐδιάκριτη πάντοτε σὲ ὅλους, τὴν ἐπεσήμαναν ὅμως πρόσωπα θεούμενα, τὰ ὁποία ζοῦσαν μὲ φόβο Θεοῦ καὶ προσευχή. Ἔβλεπαν ὅτι τὸ κακὸ ἐξαπλωνόταν καὶ γινόταν ζημιά στοὺς πιστοὺς, γι’ αὐτό φρόντιζαν νὰ προλαβαίνουν καὶ ὄχι νὰ τρέχουν ἔπειτα νὰ συμμαζέψουν τὸ σκορπισμένο ποίμνιο. Γνώριζαν καλὰ ὅτι ἡ αἵρεσις διαδίδεται σὰν ἐπιδημικὴ νόσος καὶ εἶχαν τὴν καλὴ ἀνησυχία μὴν πάρει ἔκταση τὸ κακὸ.
Ὅταν, λοιπόν, οἱ ἅγιοι Πατέρες ἀντιλαμβάνονταν πρόσωπα ποὺ διέδιδαν τὶς κακοδοξίες τους προσβάλλοντας τὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ στὶς τοπικὲς ἐκκλησίες, ζητοῦσαν πρῶτα μὲ προσευχὴ διὰ νηστείας, ἀγρυπνίας καὶ δακρύων τὸν φωτισμὸ, γιὰ νὰ ἀντεπεξέλθουν στὸν ἀγώνα ἐναντίον τῆς πλάνης καὶ στὴν συνέχεια ἔστελναν ἐπιστολὲς στοὺς κατὰ τόπους ἐπισκόπους, ἐκθέτοντας ἀφ’ ἑνὸς τὴν πλάνη καὶ ζητῶντας ἀφ’ ἑταίρου τὴν συνεργασία τους προκειμένου νὰ ἀντιμετωπίσουν ἀπὸ κοινοῦ τὸ κακό. Ἔτσι, καὶ σὲ ἑτοιμότητα βρίσκονταν καὶ ἐκκλησιοκεντρικὰ ἀντιμετώπιζαν τὴν ἀσέβεια. Αὐτὸ, ὅμως, ποὺ κατ’ ἐξοχὴν πρέπει νὰ ἀναφερθεῖ ἐδῶ εἶναι ὅτι τὸ κριτήριό τους σὲ παρερμηνείες τῆς Ἁγίας Γραφῆς ἐκ μέρους τῶν αἱρετικῶν καὶ τῶν ἐνεργειῶν τους ἦταν ὁ κανὼν τῆς πίστεως, τὸν ὁποῖο ὁ ἅγιος Εἰρηναίος ἐπίσκοπος Λουγδούνου διατύπωνε μὲ τὴν φράση regula veritatis, δηλαδὴ κανόνα ἀληθείας. Φαίνεται σήμερα ὅτι ἔχει ἀπολεσθεῖ, ὄχι μόνο τὸ βιβλικὸ φρόνημα, ἀλλὰ καὶ αὐτὸ τὸ κριτήριο τῆς Παραδόσεως. Ὁ Μέγας Ἀθανάσιος γράφοντας πρὸς τὸν Σεραπίωνα ἐπισημαίνει: «Ἴδωμεν καὶ αὐτὴν τὴν ἐξ ἀρχῆς παράδοσιν καὶ διδασκαλίαν καὶ πίστιν τῆς καθολικῆς Ἐκκλησίας, ἣν ὁ μὲν Κύριος ἔδωκεν, οἱ δὲ ἀπόστολοι ἐκήρυξαν καὶ οἱ Πατέρες ἐφύλαξαν. Ἐν ταύτῃ γὰρ ἡ Ἐκκλησία τεθεμελίωται» (Πρὸς Σεραπίωνα, 1,28). Ἑπομένως δὲν μπορούμε, δὲν ἔχουμε τὸ δικαίωμα, νὰ χωρίζουμε τὴν Ἐκκλησία ἀπὸ τὴν Παράδοσή της, ποὺ εἶναι ἡ ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι Ζωή της. Ἔξω ἀπὸ τὴν Παράδοση, πάλι, δὲν μποροῦμε νὰ ποῦμε ὅτι ὑπάρχει ἡ σώζουσα ἀλήθεια ποὺ γιὰ τὴν Ἐκκλησία εἶναι τὸ πρόσωπο τοῦ Θεανθρώπου Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ἡ ἑνότης καὶ ἡ σταθερότης αὐτῆς τῆς Παραδόσεως ἦταν τὸ κριτήριο γιὰ τὸν Μέγα Ἀθανάσιο, ἡ «Λυδία λίθος», γιὰ νὰ ἐλέγξει τὰ φρονήματα τῶν Ἀρειανῶν. Αὐτὴ ἡ ἴδια πιστότητα στὴν Παράδοση εἶναι τὸ διαχρονικὸ κριτήριο, γιὰ νὰ ἐλέγχει ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ τὰ μέλη της, ἂν εἶναι ἑνωμένα μὲ τὸ Σῶμα της ἢ εἶναι νεκρὰ μέλη καὶ πρέπει νὰ τὰ ἀποκόψει, γιὰ νὰ μὴν  ἐξαπλωθεῖ ἡ μόλυνση καὶ στὰ ἄλλα. Ἡ μία Ἐκκλησία ὁμιλεῖ μὲ μία φωνή, ὅταν διατηρεῖ, φυλάσσει τὴν ἴδια πίστη παντοῦ, ὅπως ἔφθασε σὲ μᾶς ἀπὸ τοὺς ἀποστόλους, τοὺς Πατέρες καὶ τοὺς ἁγίους μάρτυρες.

«Αὐτὴν τὴν πίστη, ποὺ δέχθηκε ἡ Ἐκκλησία τὴ φυλάγουμε· αὐτὴν ποὺ πάντα μένει νέα ἀπὸ τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιο, ὡς μία ἐξαίρετη παρακαταθήκη μέσα σὲ καλὸ σκεῦος, ἀλλὰ καὶ διατηρεῖ καινούριο τὸ σκεῦος, στο ὁποῖο βρίσκεται. Αὐτὸ τὸ δῶρο ἐμπιστεύθηκε ὁ Θεὸς στὴν Ἐκκλησία, ὅπως ἔδωσε τὴν πνοὴ ζωῆς στὸ πλάσμα του, ὥστε ὅλα τὰ μέλη της που θὰ τὸ λάβουν, νὰ ζήσουν. Καὶ μὲ αὐτὸ ἔχει ὁρισθεῖ στὴν Ἐκκλησία ἡ κοινωνία τοῦ Χριστοῦ, δηλαδή, τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιο, ὁ ἀρραβὼν τῆς ἀφθαρσίας, ἡ στερέωση τῆς πίστεώς μας καὶ ἡ κλίμακα ποὺ ἀνεβαίνουμε στὸν Θεό. Διότι λέγει ὅτι· “Ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ ἔθετο ὁ Θεὸς ἀποστόλους, προφήτας, διδασκάλους” καὶ ὅλη τὴν ἄλλη ἐνέργεια τοῦ ἁγίου Πνεύματος, στὸ ὁποῖο δὲν συμμετέχουν ὅλοι ὅσοι δὲν συναθροίζονται στὴν Ἐκκλησία. Αὐτοὶ στεροῦνται τῆς ζωῆς μὲ τὶς αἱρετικὲς ἀπόψεις καὶ τὰ κακὰ ἔργα τους. Ὅπου εἶναι ἡ Ἐκκλησία, ἐκεῖ καὶ τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ· καὶ ὅπου τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ, ἐκεῖ καὶ ἡ Ἐκκλησία καὶ ὅλη ἡ Χάρις. Τὸ δὲ Πνεῦμα εἶναι ἡ ἀλήθεια. Γι’ αὐτὸν τὸν λόγο ὅσοι δὲν παίρνουν τὸ ἅγιο Πνεῦμα, οὔτε ἀνατρέφονται ἐν ζωῇ ἀπὸ τοὺς μαστοὺς τῆς μητέρας, οὖτε ἀπολαμβάνουν τὴν πλουσιώτατη πηγὴ ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ. Ἀλλὰ σκάβουν γιὰ τὸν ἑαυτό τους “λάκκους συντετριμμένους” ἀπὸ γήινα ὀρύγματα καὶ ἀπὸ τὴ λάσπη πίνουν νερὸ ποὺ προκαλεῖ τὴν ἀηδία. Ἀποφεύγουν τὴν πίστη τῆς Ἐκκλησίας, γιὰ νὰ μὴν ἐλεγχθοῦν, καὶ ἀπορρίπτουν τὸ Πνεῦμα, γιὰ νὰ μὴ διδαχθοῦν». (ἅγιος Εἰρηναῖος ἐπίσκοπος Λουγδούνου).