Η εκκλησιαστική παράδοση αναγνωρίζει ως έσχατον κριτή επί θεμάτων πίστεως την συνείδηση του πληρώματος της Εκκλησίας.

Πέμπτη 25 Αυγούστου 2016

Πρωτοπρ. Θεόδωρος Ζήσης, Η ληστρικότητα και η αντισυνοδικότητα της «Συνόδου» της Κρήτης (25 Αυγούστου 2016)


Αποτέλεσμα εικόνας για Πρωτοπρ. Θεόδωρος Ζήσης
Πρωτοπρεσβύτερος Θεόδωρος Ζήσης
Ὁμότιμος Καθηγητὴς Α.Π.Θ.
Τὶς πρῶτες ἐκτιμήσεις μας γιὰ τὴν λεγόμενη «Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδο» τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ποὺ συνῆλθε κολοβὴ καὶ ἀποδυναμωμένη στὸ Κολυμπάρι τῆς Κρήτης (16-27 Ἰουνίου 2016), τὶς κάναμε μέχρι τώρα ἀρκετὲς φορὲς καὶ σὲ ἀρκετοὺς τόπους διορθοδόξως:

 Σὲ κοινὸ κείμενο ποὺ ἐκδώσαμε ὡς «Σύναξις Ὀρθοδόξων Κληρικῶν καὶ Μοναχῶν» ἀμέσως μετὰ τὴν «Σύνοδο» μὲ τίτλο «Ἡ “Σύνοδος” τοῦ Κολυμπαρίου τῆς Κρήτης καὶ ἡ σύμπλευσή της μὲ τὸν Οἰκουμενισμό»· σὲ ἄλλο κοινὸ κείμενο ποὺ καταθέσαμε σὲ «Στρογγυλὴ Τράπεζα» ποὺ ἔλαβε χώρα στὸ Κισινάου, πρωτεύουσα τῆς Μολδαβίας, στὶς 12 Ἰουλίου μὲ τίτλο «Ἀποτίμηση τῶν ἀποφάσεων τῆς “Συνόδου” τῆς Κρήτης»· σὲ συναντήσεις ποὺ εἴχαμε μὲ Ἁγιορεῖτες Πατέρες στὶς Καρυὲς τοῦ Ἁγίου Ὄρους, καὶ μὲ ἄλλους Πατέρες στὴν Θεσσαλονίκη καὶ στὴν Πτολεμαΐδα· σὲ δεκάδες κηρυγμάτων καὶ ὁμιλιῶν σὲ ναοὺς καὶ μονές· σὲ πλῆθος τηλεφωνημάτων κληρικῶν, μοναχῶν καὶ λαϊκῶν ποὺ ἐναγωνίως ζητοῦσαν νὰ πληροφορηθοῦν τί ἔγινε στήν «Σύνοδο» καὶ πῶς θὰ τὴν ἀντιμετωπίσουμε· καὶ τελευταῖα στὴν ὀρθοδοξότατη Γεωργία, ὅπου μᾶς δέχθηκαν ὁ σοφὸς καὶ γλυκὺς πατριάρχης Ἠλίας, συνοδικοὶ καὶ ἄλλοι ἀρχιερεῖς, κληρικοὶ καὶ ἡγούμενοι σὲ ναοὺς καὶ μοναστήρια. Ἀνταλλάξαμε ἀπόψεις γιὰ τὴν προβληματικὴ καὶ ἀμφισβητούμενη «Σύνοδο» τῆς Κρήτης, τὶς ὁποῖες ἐκοινολογήσαμε καὶ σὲ ὁμιλία καὶ ἀνοικτὴ συζήτηση ποὺ ἔγινε στὴν Τυφλίδα, τὴν τελευταία ἡμέρα τῆς τετραήμερης ἐκεῖ παραμονῆς μας, (25-28.7.2016) σὲ μεγάλη αἴθουσα μὲ πολυπληθὲς ἀκροατήριο.

Κοινὸς τόπος ὅλων αὐτῶν τῶν ἐκτιμήσεων εἶναι ὅτι ἡ «Σύνοδος» τῆς Κρήτης διέψευσε καὶ τὶς προσδοκίες τοῦ πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ καὶ τὴν ὀνομασία της. Δὲν ἀντιμετώπισε κανένα ἐπεῖγον θέμα ποὺ τραυματίζει τὴν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως τὴν μεταρρύθμιση τοῦ Ἡμερολογίου, τὴν παναίρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, τὸν ἐθνοφυλετισμὸ τῆς Διασπορᾶς καὶ ἄλλα, καὶ δὲν εἶναι οὔτε σύνοδος, οὔτε ἁγία, οὔτε μεγάλη, ὅπως ἀναλυτικὰ ἐξηγήσαμε.
Ἡ διαδικασία συγκλήσεως καὶ λειτουργίας της μὲ τὴν ἐπιλεκτικὴ πρόσκληση ἐπισκόπων καὶ τὴν στέρηση τοῦ δικαιώματος τῆς ψήφου στοὺς ἐπιλεκτικὰ προσκληθέντες ἐπισκόπους, ἀλλὰ περισσότερο ἡ ἀντιφατικότητα, ἡ ἀσάφεια, ἡ ἀμφισημία τοῦ περιεχομένου τῶν κειμένων ποὺ ἐγκρίθηκαν, ὄχι μόνον τῆς στεροῦν τὴν δυνατότητα νὰ θεωρηθεῖ ὅτι ἀποτελεῖ συνέχεια τῶν προηγουμένων συνόδων τῆς Ἐκκλησίας, ποὺ ἀντιμετώπιζαν ἐπείγοντα καὶ φλέγοντα θέματα ἀμέσως, μὲ τὴν ἰσότιμη παρουσία καὶ ψῆφο ὅλων τῶν ἐπισκόπων καὶ μὲ σαφήνεια καὶ ἀκριβολογία στὶς ἀποφάσεις τους, ἀλλὰ τὴν καθιστοῦν ἐπικίνδυνη καὶ αἱρετίζουσα. Στὸ πολυσυζητημένο κείμενο, «Σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρὸς τὸν λοιπὸ χριστιανικὸ κόσμο», ἀφήνεται σκόπιμα ἡ δυνατότητα νὰ θεωροῦνται ὡς ἐκκλησίες παλαιὲς καὶ νέες αἱρέσεις, παρὰ τὶς προσπάθειες διασαφήσεως καὶ διορθώσεων ποὺ ἔγιναν, οἱ ὁποῖες ὄχι μόνον δὲν ἔγιναν δεκτές, ἀλλὰ καὶ ἀποτέλεσαν ἀφορμὴ νὰ ἀσκηθοῦν πιέσεις γιὰ τὴν ἀπόσυρσή τους, ὅπως εὐθαρσῶς κατήγγειλε ὁ μητροπολίτης Ναυπάκτου κ. Ἱερόθεος. Εἴχαμε συστήσει σὲ νεώτερους ἀδελφοὺς νὰ ἀποφεύγουν τὸν χαρακτηρισμὸ τῆς «Συνόδου» ὡς ληστρικῆς, διότι αὐτὸ προϋποθέτει ἄσκηση βίας, ἰδιαίτερα μάλιστα σωματικῆς. Εἶναι βέβαια χειρότερη ἡ ἄσκηση ψυχολογικῆς βίας μὲ ποικίλους τρόπους, ὁπότε ἡ σύστασή μας δὲν ἔχει τώρα πλέον ἔρεισμα, καὶ στὰ πολλὰ ἀρνητικὰ τῆς «Συνόδου», ποὺ μᾶλλον δὲν ἔχει τίποτε θετικό, προστίθεται καὶ ἡ «ληστρικότητα». Στὸ γνώρισμα αὐτὸ θὰ μποροῦσαν νὰ ἐνταχθοῦν ὁ δεσποτισμὸς καὶ ἡ ἀντισυνοδικὴ συμπεριφορὰ τῶν προκαθημένων, οἱ ὁποῖοι ἐστέρησαν ἀπὸ τοὺς λοιποὺς ἰσοτίμους ἐπισκόπους τὸ δικαίωμα τῆς ψήφου, λειτουργοῦντες «ὡς συλλογικός τις πάπας», ὅπως προσφυῶς ἔγραψε, μεταξὺ πολλῶν ἄλλων ἀρνητικῶν, μετὰ τήν «Σύνοδο», ὁ Σέρβος ἐπίσκοπος Μπάτσκας κ. Εἰρηναῖος (Μπούλοβιτς).
Τί νὰ εἰπεῖ κανεὶς καὶ ποῦ νὰ ἐντάξει, σὲ ποιό εἶδος παρανομίας καὶ παραβατικότητος, τὴν ἀποκάλυψη, ὅτι στὴν θέση τεσσάρων ἐπισκόπων τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κύπρου ποὺ δὲν ὑπέγραψαν τὸ κείμενο γιὰ τοὺς ἑτεροδόξους (Λεμεσοῦ, Μόρφου, Λήδρας καὶ Ἀμαθοῦντος) ὑπέγραψεν «ἀντ᾽ αὐτῶν» ὁ ἀρχιεπίσκοπος Κύπρου κ. Χρυσόστομος; Σὲ κοσμικὸ ἐπίπεδο καὶ μὲ νομικὰ κριτήρια αὐτὸ θὰ ἐθεωρεῖτο πλαστογραφία, ὑποκλοπὴ ὑπογραφῆς, παραπλάνηση καὶ ἐξαπάτηση, καὶ θὰ ὁδηγοῦσε ἀμέσως σὲ ἀκύρωση τῆς παράνομης δικαιοπραξίας. Ἔτσι νομίζουμε ὅτι θὰ «λάμψει τὸ φῶς ἡμῶν ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων», καὶ θὰ ἀνταποκριθοῦμε στὸ αἴτημα τῆς σωτηρίας τοῦ κόσμου, ὅταν εἴμαστε χειρότεροι ἀπὸ τὸν κόσμο; Τί συνέβη μὲ τὴν περίεργη αὐτὴ ὑπόθεση; Ἂν δὲν ἐξουσιοδότησαν τὸν ἀρχιεπίσκοπο γιὰ τὴν πράξη αὐτή, γιατί δὲν διαμαρτύρονται οἱ τέσσερις; Τί φοβοῦνται; Τόσος πιὰ Παπισμὸς καὶ Δεσποτισμὸς ἔχει παρεισφρήσει στὴν συνοδικὴ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία; Ἔμεινε τίποτε ἀπὸ τὴν συνοδικότητα ποὺ νὰ τὸ ἐντοπίζει κανεὶς στὴν ψευδοσύνοδο τῆς Κρήτης; Πῶς τὰ κατάφερε ἔτσι μία σύνοδος νὰ εἶναι τόσο ἀντισυνοδική; Δὲν βλέπουν τὰ χάλια της ὅσοι τὴν ὑποστηρίζουν καὶ τολμοῦν νὰ κατηγοροῦν ὡς ἀντισυνοδικοὺς ὅσους ἐπισημαίνουν τὴν ἀντισυνοδικότητα τῆς «Συνόδου»;
Αὐτὴν τὴν ἀντισυνοδικότητα τονίζει καὶ ἄλλη σχετικὴ ἀποκάλυψη τοῦ Σέρβου ἐπισκόπου Μπάτσκας κ. Εἰρηναίου, ὅτι «ἐκ τῶν εἴκοσι πέντε παρόντων ἐν τῇ Συνόδῳ Σέρβων ἀρχιερέων οἱ περισσότεροι ἐξ αὐτῶν δὲν ὑπέγραψαν». Σύμφωνα μὲ νεώτερες ἀξιόπιστες πληροφορίες δεκαεπτὰ ἀπὸ τοὺς εἰκοσιπέντε Σέρβους ἐπισκόπους δὲν ὑπέγραψαν. Τί λοιπὸν καὶ ποιούς ἐκπροσωπεῖ ἡ μία ψῆφος τοῦ πατριάρχου τῆς Σερβίας, ὅταν δὲν ἐκφράζει οὔτε τοὺς παρόντας στήν «Σύνοδο» ἀρχιερεῖς; Δὲν κουρελιάζεται ὅλη ἡ συνοδικὴ παράδοση μὲ τὸν εἰσαχθέντα νεοπαπισμό, ὅταν ἀντὶ τῆς συνοδικῆς ἀρχῆς «ἡ ψῆφος τῶν πλειόνων κρατείτω», υἱοθετεῖται ἡ μοναρχικὴ παπικὴ ἀρχὴ «ἡ ψῆφος τοῦ ἑνὸς κρατείτω»; Οὔτε τὴν ἀρχὴ τῆς ὁμοφωνίας ποὺ οἱ ἴδιοι ἀποφάσισαν «συνοδικά» ἐτήρησαν σὲ πολλὲς περιπτώσεις, καὶ μάλιστα κατὰ τὴν ὑπογραφὴ τοῦ περιλάλητου κειμένου γιὰ τοὺς ἑτεροδόξους, τὸ ὁποῖο δὲν ὑπέγραψαν πολλοὶ ἐπίσκοποι καὶ γιὰ τὸν λόγο αὐτό, ὅπως ἐπὶ λέξει γράφει πάλιν ὁ Μπάτσκας Εἰρηναῖος, «τοῦτο κατὰ συνέπειαν εἶναι ἄκυρον, ἐφ᾽ ὅσον, συνῳδὰ τῇ ἀπὸ τοῦ 1961 ἰσχυούσῃ ἀρχῇ τῆς ὁμοφωνίας, καὶ εἷς ἀρχιερεὺς νὰ μὴ ὑπογράψῃ (ἐνῶ ἀπαιτεῖται ἡ ὑπογραφή του!), τὸ ἔγγραφον εἶναι ἀνυπόστατον».
Σημειωτέον ὅτι τὸ ἔγγραφο αὐτὸ εἶναι ἡ καρδιά, τὸ κέντρο τῆς «Συνόδου», ὁ βασικὸς στόχος, ὥστε νὰ ἀναγνωρισθοῦν οἱ αἱρέσεις ὡς ἐκκλησίες. Ἂν λοιπὸν αὐτὸ εἶναι ἀνυπόστατο καὶ ἄκυρο, καὶ ὅλη ἡ «Σύνοδος» εἶναι ἀνυπόστατη καὶ ἄκυρη, καὶ πρέπει ὅλοι, ἰδιαίτερα οἱ ἐπίσκοποι ποὺ διαφωνοῦν, νὰ συνεργήσουν ὥστε νὰ συνέλθει ἄλλη Σύνοδος, ἀληθινὰ Ὀρθόδοξη καὶ Πανορθόδοξη, γιὰ νὰ ἀκυρώσει καὶ ἀπορρίψει τὴν ψευδοσύνοδο τῆς Κρήτης. Αὐτὸ δὲν γίνεται αὐτομάτως· ἐπιβάλλεται νὰ γίνει θεσμικά, γιὰ νὰ ἀποφευχθοῦν διαιρέσεις καὶ ἐντάσεις μεταξὺ τῶν ὑποστηρικτῶν καὶ τῶν ἀρνητῶν τῆς «Συνόδου».
Ἡ ἴδια ἀντισυνοδικὴ συμπεριφορὰ παρατηρήθηκε καὶ στὴν περίπτωση τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος. Ἡ εἰκοσιπενταμελὴς ἀντιπροσωπεία, ἔχουσα ἐπὶ κεφαλῆς τὸν ἀρχιεπίσκοπο κ. Ἱερώνυμο, εἶχε δεσμευθῆ μὲ ὁμόφωνη συνοδικὴ ἀπόφαση τῆς Ἱεραρχίας νὰ προτείνει καὶ νὰ ὑποστηρίξει συγκεκριμένες διορθώσεις στὸ περιλάλητο κείμενο, ποὺ θὰ ἄλλαζαν ἐν μέρει τὴν οἰκουμενιστικὴ φυσιογνωμία του. Δὲν ἐξουσιοδοτήθηκαν ἀπὸ τὸ σῶμα τῆς Ἱεραρχίας, ἂν χρειασθεῖ, νὰ ἐνεργήσουν αὐτοβούλως καὶ αὐτογνωμόνως. Καὶ ὅμως, ἡ συνοδικὴ ἀπόφαση πῆγε περίπατο· ὁ ἀρχιεπίσκοπος καὶ οἱ περὶ αὐτὸν παρέβησαν τὶς ἀποφάσεις τῆς δικῆς τους συνόδου καὶ ἔπραξαν κατὰ τὸ δοκοῦν, πιεσθέντες καὶ πιέσαντες κατὰ τὸν μητροπολίτη Ναυπάκτου. Ἂν κατὰ τὴν συνοδικὴ δεοντολογία ἦσαν παρόντες ὅλοι οἱ ἐπίσκοποι τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, θὰ μποροῦσαν ἐνδεχομένως νὰ ἀναθεωρήσουν τὴν ἀρχική τους ἀπόφαση· τώρα ὁ πρῶτος ἐνήργησε χωρὶς τὴν γνώμη τῶν λοιπῶν, ἀντισυνοδικά καὶ ἀντικανονικά, καὶ εἶναι ὑπόλογος ἐνώπιον τῆς Ἱεραρχίας. Ἐπαληθεύεται ἔτσι ἡ ἀρχὴ τῆς ἀκολουθίας τῶν κακῶν, σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία «ἑνὸς κακοῦ δοθέντος, μυρία ἕπονται». Ὁ ἀντισυνοδικός, δηλαδή, ἀποκλεισμὸς τοῦ συνόλου τῶν ἐπισκόπων ἐγέννησε ἄλλες ἀντισυνοδικὲς παρεκκλίσεις καὶ συμπεριφορές, ὧν οὐκ ἔστιν ἀριθμός.
Μὲ ὅλα αὐτὰ εἶναι πράγματι νὰ ἀπορεῖ κανεὶς γιὰ τὸν διθυραμβικὸ τόνο τοῦ κειμένου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κύπρου ποὺ ἀπευθύνθηκε πρὸς τὸν λαό, στὸ ὁποῖο προσπαθοῦν οἱ συντάκτες τὴν μνημειώδη αὐτὴ γιὰ τὴν ἀντισυνοδικότητά της σύνοδο νὰ τὴν ἐμφανίσουν ὡς συνέχεια τῶν ἑπτὰ οἰκουμενικῶν συνόδων. Αὐτὸ δὲν τὸ θέλει οὔτε ὁ πατριάρχης κ. Βαρθολομαῖος, ὁ ὁποῖος ἀρνεῖται τὴν οἰκουμενικότητα τῆς «Συνόδου», γιατὶ δὲν συμμετέχουν οἱ Χριστιανοὶ τῆς Δύσεως (!!!), οὔτε ὁ ἀρχιεπίσκοπος Ἀλβανίας κ. Ἀναστάσιος, ὁ ὁποῖος στὴν ἐναρκτήρια συνεδρία τῆς «Συνόδου», ἐδήλωσε ὅτι αὐτὴ δὲν μοιάζει οὔτε μὲ τὶς συνόδους τοῦ παρελθόντος οὔτε μὲ τὴν Β´ Βατικάνειο. Δυστυχῶς οὔτε οἱ ὁμοφωνοῦντες ὁμοφωνοῦν. Μέσα σ᾽ αὐτὴν τὴν σύγχυση καὶ τὴν ἀσάφεια ποὺ ἐδημιούργησε ἡ «Σύνοδος» ὅλες οἱ ἐκτιμήσεις εἶναι δυνατές, καὶ ἡ ἀξιοπιστία τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ λόγου ἔχει ἀπολεσθῆ· τὰ πρόβατα δὲν ἀναγνωρίζουν τὴν φωνὴ τῶν ποιμένων τους, καὶ κινδυνεύουν νὰ παρασυρθοῦν ἀπὸ φωνές «ἀλλοτρίων».